
Η χρυσόσκονη έκανε το σίξπακ του να γυαλίζει τρομερά
ΠΡΟΣΩΠΑ
Άγγελος
Κουήνι
Μπρατσάκια
Ατυχής περαστικός
Το πρωϊνό είναι δροσερό και ηλιόλουστο. Σκηνή μας, ο δρόμος. Το τραμ σέρνεται νωχελικά στη μέση του σκηνικού μας, 2-3 ξεχασμένα αυτοκίνητα θυμίζουν, με το στακάτο της εξάτμισής τους, την πρότερη (μη-καλοκαιρινή) κατάσταση του δρόμου. Οι λίγοι πεζοί είναι κυρίως γιαγιάδες που πάνε να σκάσουν τα κρύα ευρουλάκια της σύνταξής τους στην εκκλησία, κυρίες που πηγαίνουν σουπερμάρκετ και βιαστικοί ασπροκολάρηδες με χαρτοφύλακες. Η Κουήνι μπαίνει από αριστερά και κατηφορίζει τον δρόμο.
*Σούρσυμο ποδιών*
Κουήνι: …ψωμί, γάλα, καμπά, το έγγραφο νο. 5 και μια κόπια στο αφεντικό…
*Τα σύννεφα κοχλάζουν, ανοίγουν και μια στήλη φωτός πέφτει πάνω στο (πλούσιο) κούτελο της ηρωίδας.*
Κουήνι: Ω, γαμώ! Ξέχασα τα γυαλιά ηλίου μου! Μα… Τι ‘ν’ τούτο; Μην είν’ πουλί; Μην είν’ αεροπλάνο; Μην είν’ ο Σούπερμαν; (…) Γουτουφού! Άγγελος;;!

Αυτά. Αλλά σε χρυσό. 25824 καρατίων. Από τα ορυχεία του παραδείσου. Χο.
*Από τα σύννεφα και ακολουθώντας τον φωτεινό διάδρομο, εμφανίζεται μεγαλοπρεπής άγγελος σε στυλ γκέι σφιχταρίου. Είναι καλυμμένος με χρυσόσκονη, φοράει σπίντο λευκό με ζωγραφισμένες χρυσές φτερούγες, στο ένα χέρι κρατάει μια χρυσή ρακέτα και στο άλλο ένα χρυσό μπαλάκι του τένις. Πάνω από το κεφάλι του, αντί για φωτοστέφανο, έχει φωτοσωσίβιο παιδικό (αυτό που έχει και καθισματάκι). Κατεβαίνει σαν να βρίσκεται σε κυλιόμενη σκάλα και πλησιάζει την Κουήνι η οποία χάσκει σαν χάνος.*
Άγγελος: Οχάι Κουήνι! Σα βα;
Κουήνι: Ερρρρρμμ…
Άγγελος: Κλείσε το στόμα σου κι άνοιξε τ’ αφτιά σου γιατί δεν έχω πολύ χρόνο. Έχω αφήσει ένα παιχνίδι στη μέση και κέρδιζα κιόλας. Ήρθα να σου μεταφέρω χαρμόσυνο νέο.
Κουήνι: Ορκίζομαι πως δεν μύρισα κανέναν κρίνο!!
Άγγελος: (Κοιτάει στραβά την προφανώς ηλίθια Κουήνι) Έρχομαι για να σου πω πως…
ΑΡΧΙΖΟΥΝ ΟΙ ΔΙΑΚΟΠΕΣ ΣΟΥ!!
*Ξεκινούν να πέφτουν από τον ουρανό φέιγβολάν, μικρές τρομπέτες μισοεμφανίζονται από τα σύννεφα και αρχίζει να κατεβαίνει στριφογυρίζοντας γλυκά, ένα ζευγάρι χρυσά μπρατσάκια.*
Κουήνι: (Δάκρυα γεμίζουν τα κουρασμένα μάτια της, τα ροζιασμένα χέρια της τρέμουν και η φωνή της βγαίνει τρεμάμενη μα δυνατή) FUCK YEAAAAH! Ναι! Ναι! Επιτέλους! Θα ξυπνάω ό,τι ώρα γουστάρω! Θα καπνίζω με τον πρωινό μου καφέ! Θα πλέω σε πελάγη… ερρρ… πελαγίσια! Θα κάνω τροπικό κοκκίνισμα και θα κοιμάμαι σαν βόας που χωνεύει ελέφαντα!

Το αίμα του άτυχου λέρωσε τον σκουπιδοντενεκέ
*Ο Άγγελος ξεχνιέται παρακολουθώντας το ξέσπασμα της εργασιόπληκτης-στο-παρατσάκ-αδειούχας και αφαιρείται, αφήνοντας από την προσοχή του τα χρυσά μπρατσάκια τα οποία με τη βοήθεια της βαρύτητας πέφτουν με τεράστια ταχύτητα και καρφώνονται στην κεφάλα ενός άτυχου περαστικού. Το αίμα του απλώνει γρήγορα στο πεζοδρόμιο και τα αηδιαστικά περιστέρια που κρύβονται στις εσοχές του τρούλου της εκκλησίας πέφτουν μανιασμένα πάνω του, καταβροχθίζοντας πρώτα τα μάτια και μετά κάνοντας ένα θεραπευτικό για τα αρθριτικά μπανάκι στο φρέσκο αίμα του.*
Κουήνι: (η φωνή της χάνεται, μιλάει σχεδόν στον εαυτό της, δεν βγάζει νόημα, το γύρω της δεν υπάρχει πια) …την κόκκινη βαλίτσα και μέσα στο μπροστινό να βάλω το σαμπουάν για να μη χυθεί μέσα στα ρούχα. Μην ξεχάσω αναμένο το θερμοσίφωνο και να φροντίσω να έχω κλείσει τα πατζούρια. Μήπως να κατέβαζα και τον γενικό για καλό και για κακό; Μούμπλεμούμπλε… Α! Πλυντήριο! Πρέπει να πλύνω κι εκείνη τη μπλούζα την πράσινη… Μούμπλε… και σοκολάτες για τα παιδιά!
*Ο Άγγελος δείχνει σχεδόν σοκαρισμένος από την πορεία των φονικών μπρατσακίων αλλά γρήγορα αποσπάται η προσοχή του (πάλι) από έναν γεροδεμένο, ηλιοκαμένο ομορφάντρα σε μια κάμπριο ΜπεΕμΒε την οποία ακολουθεί σχεδόν υπνωτισμένος.
Η αυλαία κλείνει με τον Άγγελο να βγαίνει ακολουθώντας την αμαξάρα προς τ’ αριστερά της σκηνής, την Κουήνι να ψελίζει το οργανόγραμμα των διακοπών της ενώ βαδίζει σαστισμένα προς τη δεξιά έξοδο και ο προβολέας κεντράρει στα φτερωτά ποντίκια που χαίρονται το αίμα του αδικομπρατσακιοχαμένου.*

Καλές διακοπές μοναδικέ κι αγαπημένε μου αναγνώστη! Θυμήσου! Όχι ρακέτες, όχι μουσική σε θάλασσες και ακτές! Θα τα πούμε (όχι και τόσο) σύντομα!
famous last words